Εισήγηση του κου Ηρακλή Καραμπάτου, ο οποίος ειναι Διδάκτορας Ηθικής ΕΚΠΑ, Διδάκτορας Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ, Διδάσκων στο ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονικής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, στο 1ο Φιλοζωικό Εκπαιδευτικό Συμπόσιο που διοργάνωσε η Ομάδα Παιδείας της ΠΦΠΟ, 16 και 17 Μαϊου:
Είναι ένα ενδιαφέρον θέμα για το οποίο αξίζει να ανοίξει η συζήτηση, καθώς βλέπουμε ότι συχνά υπάρχουν κληρικοί που όχι μόνο δεν παρακινούν σε φιλοζωικές πράξεις, αλλά αντίθετα επισημανθούν αντιφιλοζωικη στάση.
Το κείμενο υποστηρίζει ότι, ενώ σχεδόν όλες οι σύγχρονες ηθικές θεωρίες αναγνωρίζουν τα ζώα ως φορείς ηθικής αξίας και δέχονται ότι έχουμε υποχρεώσεις απέναντί τους, ο Χριστιανισμός δεν έχει ενσωματώσει επαρκώς αυτή την αντίληψη στη δική του ηθική παράδοση.
Ο συγγραφέας εντοπίζει δύο βασικές αιτίες γι’ αυτό: την παραδοσιακή ερμηνεία της Αγίας Γραφής και τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της χριστιανικής ηθικής.
Στο πρώτο μέρος, εξετάζεται η επιρροή βιβλικών χωρίων, ιδιαίτερα της Γένεσης, όπου ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως κυρίαρχος της δημιουργίας. Η ερμηνεία αυτή ενίσχυσε έναν ανθρωποκεντρικό τρόπο σκέψης που δικαιολόγησε την εκμετάλλευση των ζώων και της φύσης. Ωστόσο, οι σύγχρονες περιβαλλοντικές και οικολογικές κρίσεις της Ανθρωποκαίνου εποχής καθιστούν αναγκαία μια νέα ανάγνωση αυτών των χωρίων, η οποία θα δίνει έμφαση όχι στην κυριαρχία αλλά στην ευθύνη και τη συνύπαρξη του ανθρώπου με τα υπόλοιπα έμβια όντα.
Στο δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην αρετολογική διάσταση της χριστιανικής ηθικής, η οποία δίνει έμφαση στη διαμόρφωση ενάρετου χαρακτήρα μέσω αρετών όπως η αγάπη και η συμπόνια. Παρά ταύτα, ιστορικά οι αρετές αυτές εφαρμόστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στις ανθρώπινες σχέσεις, αφήνοντας τα ζώα εκτός της ηθικής κοινότητας. Κατά τον συγγραφέα, αυτή η στάση αντιφάσκει με το ίδιο το ιδεώδες της αρετής, καθώς η αδιαφορία απέναντι στον πόνο και την ευαλωτότητα των ζώων συνιστά ηθική παράλειψη και όχι αρετή.
Στον επίλογο υποστηρίζεται ότι ο Χριστιανισμός, αν θέλει να διατηρήσει τη φιλοσοφική και θεολογική του συνοχή, οφείλει να εντάξει τα ζώα στην ηθική του κοινότητα και να αναγνωρίσει τα ηθικά τους δικαιώματα. Μια τέτοια αναθεώρηση δεν αφορά μόνο τη φιλοζωία, αλλά και το θεολογικό πρόβλημα του κακού, καθώς η αναγνώριση του ζωικού πόνου ως ηθικά σημαντικού γεγονότος επιτρέπει μια πιο συνεκτική αντιμετώπιση της ύπαρξης οδύνης στη δημιουργία.
Συνεπώς, απαιτείται μια «αρεταϊκή αναπροσαρμογή» της χριστιανικής ηθικής, ώστε να συμπεριλάβει τα ζώα στο πεδίο της δικαιοσύνης, της ευθύνης και της ηθικής μέριμνας.
Χαρτογραφώντας τα Όρια Μεταξύ Ηθικής και Θεολογικής Σκέψης:
Τα Ζώα ως Ηθικά Υποκείμενα
Σήμερα, η συντριπτική πλεονότητα των ηθικών θεωριών ‒ αν όχι όλες ‒ συμφωνούν ότι τα ζώα αποτελούν ηθικά υποκείμενα: από τον ωφελιμισμό του J. Bentham έως την αρετοκρατία της Rosalind Hursthouse, υποστηρίζεται ότι έχουμε ηθικές υποχρεώσεις απέναντί τους. Σε αυτή την τάση υπήρξε και μία εξαίρεση: ο Καντ, ο οποίος αρνήθηκε την ιδέα των ηθικών υποχρεώσεών μας απέναντί τους ως «αντίφαση εν τοις όροις». Ακόμη όμως και μια αυστηροκρατική ηθική θεωρία, όπως αυτή του Καντ, επιδέχεται σήμερα ερμηνειών που παρουσιάζουν ως καθήκον τη φροντίδα των ζώων, όπως είναι η ερμηνεία της Christine Korsgaard.
Υπάρχει ένα ερώτημα: γιατί αυτή η τάση που αποτυπώνεται σε όλο το φάσμα των ηθικών θεωριών έχει επηρεάσει πολύ λίγο (έως καθόλου) τον τρόπο που ο Χριστιανισμός βλέπει τα ζώα και την ένταξή τους στη χριστιανική ηθική; Υπάρχουν δύο αιτιάσεις για το φαινόμενο αυτό, η πρώτη προτείνει ως αίτιο το παραδοσιοκρατικό υπόβαθρο του χριστιανισμού, υπόβαθρο που γενεαλογείται από τα αγιογραφικά χωρία, καθώς και μία πιο θεωρητική αιτία, που σχετίζεται με τον επιμεικτικό χαρακτήρα της χριστιανικής ηθικής.
Παραδοσιοκρατία και Αγία Γραφή
Πoλλά από τα προβλήματα γύρω από την ένταξη των ζώων στον πυρήνα της χριστιανικής ηθικής γενεαλογούνται από τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις της Γραφής: η Γένεση μας δίνει έναν καλό λόγο για να θεωρήσουμε τον εαυτό μας ως την «κορωνίδα» της δημιουργίας που μπορεί να οδηγεί το περιβάλλον και τα ζώα στα όριά τους για την ευημερία μας. Δείτε για παράδειγμα το χωρίο 1.26 της Γενέσεως, όπου ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως «εξουσιαστής των ψαριών της θάλασσας, των πτηνών του ουρανού[…]» και των ζώων γενικότερα. Μέχρι σήμερα το χωρίο αυτό δεν είχε απολύτως κανένα πρόβλημα στην ερμηνεία του. Δεν ήταν δηλαδή ένα από εκείνα τα χωρία που έπρεπε να ερμηνευτούν «κατ΄έννοια», όπως εκείνα που σχετίζονται με την ηλικία της Γης, αυτά που τοποθετούσαν τη Γη στο κέντρο του σύμπαντος ή αυτά που παρουσίαζαν την Εύα ως υποπροϊόν του ανδρικού σώματος. Από αυτό ακριβώς το αγιογραφικό χωρίο γενεαλογείται, άλλωστε, και η παράδοση που παρουσιάζει τα ζώα στον Χριστιανισμό υπό ένα καρτεσιανό πρίσμα, σαν να μην έχουν ψυχή, αδύναμα στο να ελπίζουν ακόμη και την πιο μικρή εκδοχή της αθανασίας που απολαμβάνουμε εμείς. Σε κάθε περίπτωση, οι σύγχρονες συνθήκες θέτουν πλέον αυτό το χωρίο αντιμέτωπο με νέα δεδομένα: τη διαφαινόμενη καταστροφή του πλανήτη, τη μόλυνση των υδάτων, την εκχέρσωση εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, τις ζωονόσους, τον βασανισμό των ζώων κ.ο.κ.
Η ανθρωπόκαινος συνιστά ίσως τη σημαντικότερη ιστορική δοκιμασία για τον παραδοσιακό ανθρωποκεντρισμό. Για πρώτη φορά ένα είδος απέκτησε τη δυνατότητα να μεταβάλει τις συνθήκες ζωής ολόκληρου του πλανήτη. Εφόσον η ανθρώπινη ισχύς έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις, η χριστιανική ηθική καλείται να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της από την κυριαρχία προς την ευθύνη και ίσως να ήρθε η ώρα να ερμηνεύσουμε και αυτό το χωρίο κατ΄έννοια, όχι απλώς με την ιδέα να παρουσιαστεί ο άνθρωπος ως «προσεκτικός οικονόμος του κόσμου», αλλά ως ισότιμο μέλος με τα υπόλοιπα «οικεία πλάσματα».
Ο Επιμεικτικός Χαρακτήρας της Χριστιανικής Ηθικής
Κάθε θρησκεία αφιερώνει ένα σκέλος της στο πώς πρέπει να ζήσουμε αυτή τη ζωή. Το πεδίο αυτό αποκαλείται «ηθική». Η χριστιανική ηθική συγκροτείται από τουλάχιστον 3 είδη ηθικών παραδόσεων: την αρετοκρατία, την θεωρία της ηθικής επιταγής και τη δεοντοκρατία[2]. Θα ήθελα να αναφερθώ μόνο στην πρώτη από τις ηθικές συνιστώσες του Χριστιανισμού, στην αρετολογική του συνιστώσα, καθώς θεωρώ ότι αυτή συνιστά ιστορικά την κυρίαρχη και βαθύτερη παράδοση της χριστιανικής ηθικής σκέψης, όπως αυτή διαμορφώθηκε από σημαντικούς Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Ιερός Αυγουστίνος και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Στην αρετολογική αυτή προσέγγιση, το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται πρωτίστως στην τήρηση κανόνων ή στην εκπλήρωση καθηκόντων, αλλά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ανθρώπου μέσω της καλλιέργειας αρετών, οι οποίες τον οδηγούν σταδιακά προς την ηθική τελείωση.
Οι αρετολογικές θεωρίες έχουν να απαντήσουν σε πολλά προβλήματα, όπως το γιατί κάτι συνιστά αρετή και κάτι άλλο όχι ή το πρόβλημα των «ηθικών συγκρούσεων», όπου σε ορισμένες περιστάσεις δύο ή περισσότερες αρετές συγκρούονται μεταξύ τους, έτσι ώστε η εκπλήρωση της μίας να συνεπάγεται αναγκαστικά την παραβίαση της άλλης. Η χριστιανικού τύπου αρετοκρατία έχει όμως να αντιμετωπίσει κι άλλο ένα πρόσθετο πρόβλημα: τον έντονα ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της, καθώς η ηθική της μέριμνα ιστορικά περιορίζεται αποκλειστικά στον άνθρωπο, αφήνοντας τα μη ανθρώπινα ζώα εκτός του πεδίου της ηθικής κοινότητάς της. Έτσι η έννοια της αγάπης, της caritas, της ηθικής αγάπης του Ιερού Αυγουστίνου εφαρμόζεται επιλεκτικά[3].
Το πρόβλημα, βέβαια, εντείνεται ακόμη περισσότερο αν αναλογιστούμε ότι ο Χριστιανισμός όχι μόνο αποφεύγει να εντάξει με σαφήνεια και συνέπεια τη φιλοζωία στο σώμα των αρετών που προβάλλει, αλλά συχνά αφήνει να διαχυθεί η εντύπωση ότι η ανθρώπινη εκμετάλλευση των ζώων είναι ηθικά επιτρεπτή, αν όχι και θεμιτή και σε ακριβώς αυτό το σημείο, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η πιο σκοτεινή πλευρά του ζητήματος. Πόσο συμβατό είναι με το χριστιανικό ιδεώδες της αρετής να υποβάλλονται ζώα σε πολύμηνο ή πολυετή εγκλεισμό και ταλαιπωρία σε εργαστήρια ή σε εντατικές μονάδες εκτροφής; Πόσο συμβατό είναι με την καλλιέργεια της συμπόνιας και της αγάπης να απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά κάθε προβληματισμός για τα ζώα και τη σχέση μας μαζί τους από τη θρησκευτική εκπαίδευση[4]; Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι σαφής: καθόλου. Εάν η αρετή συνίσταται στην καλλιέργεια ενός χαρακτήρα που ανταποκρίνεται με ευαισθησία στον πόνο και την ευαλωτότητα των άλλων όντων, τότε η αδιαφορία απέναντι στα ζώα δεν μπορεί να θεωρηθεί αρετή, αλλά μάλλον ηθική παράλειψη.
Επίλογος
Εάν πράγματι ο ιδρυματικός Χριστιανισμός επιδιώκει να συγκροτήσει μία ηθική θεωρία που να λύνει τα πραγματικά προβλήματα και να μην τα αποκρύπτει θεωρητικολογώντας, αν δεν εντάξει τα ζώα σε αυτή τότε η ηθική θεωρία του θα αποδειχθεί θνησιγενής, καθώς με αυτόν τον τρόπο θα συνεχίζει να θριαμβεύει στον πυρήνα του την εξής θεμελιώδης αντινομία: τα ζώα μπορούν να υποφέρουν και αυτό καθιστά σκανδαλώδη την επιλογή του Θεού να τα δημιουργήσει με αυτόν τον τρόπο, εάν πράγματι τα προόριζε για να τα εκμεταλλευτούμε. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η συζήτηση για τα ζώα δεν αφορά μόνο τη φιλοζωία αλλά και το κλασικό θεολογικό πρόβλημα του κακού. Εάν ο πόνος των ζώων στερείται ηθικής σημασίας, τότε καθίσταται δυσκολότερο να εξηγηθεί γιατί η δημιουργία περιλαμβάνει τόσο εκτεταμένη οδύνη. Αντιθέτως, η αναγνώριση των ζώων ως αντικειμένων ηθικής μέριμνας καθιστά τη θεολογική προβληματική πιο συνεκτική, καθώς επιτρέπει να αντιμετωπιστεί ο ζωικός πόνος ως πραγματικό ηθικό γεγονός και όχι ως αδιάφορο φυσικό συμβάν. Η χριστιανική ηθική πρέπει να απαντήσει σε αυτό το ζήτημα και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας έντιμης «αρεταϊκής αναπροσαρμογής», δηλαδή μέσω της επανεξέτασης όσων ενεργειών κατατάσσει στις αρετές της και να εντάξει άνευ όρων σε αυτές την ιδέα απόδοσης ηθικών δικαιωμάτων στα ζώα. Εάν η χριστιανική ηθική επιθυμεί να διατηρήσει τη φιλοσοφική και θεολογική της συνοχή απέναντι στις σύγχρονες ηθικές προκλήσεις, οφείλει να επανεξετάσει τη θέση των ζώων στο ηθικό της πλαίσιο. Η διεύρυνση της ηθικής κοινότητας ώστε να περιλαμβάνει τα μη ανθρώπινα ζώα δεν συνιστά απλώς μια θεωρητική αναπροσαρμογή, αλλά μια αναγκαία απάντηση στο ζήτημα της ευθύνης και της δικαιοσύνης.
